περι Θελήματος ο λόγος...

2017-07-05 10:31

«Αν λοιπόν θέλουμε ν΄ απαλλαγούμε τέλεια και να ελευθερωθούμε, ας μάθουμε να κόβουμε τα θελήματά μας, και έτσι προκόβοντας λίγο-λίγο, με τη Χάρη του Θεού, θα φτάσουμε στην «απροσπάθεια». Γιατί τίποτα δεν ωφελεί τόσο τους ανθρώπους, όπως το να κόψουν το θέλημά τους. Πραγματικά, προοδεύει κανείς απ΄ αυτό το πράγμα σχεδόν περισσότερο απ΄ όσο με οποιαδήποτε άλλη αρετή. Και όπως ακριβώς ο άνθρωπος που περπατάει στο δρόμο και βρίσκει ένα μονοπάτι και το ακολουθεί, μ΄ εκείνο το μονοπάτι κερδίζει πολύ μεγάλο μέρος από το δρόμο, το ίδιο συμβαίνει και μ΄ αυτόν που ακολουθεί το δρόμο της «εκκοπής του θελήματος». Γιατί με το να κόβει κανείς το θέλημά του, αποκτά την «απροσπάθεια» και από την «απροσπάθεια» έρχεται, με τη Χάρη του Θεού, σε τέλεια «απάθεια». Μπορεί δέ σε μικρό χρονικό διάστημα να κόψει κανείς δέκα θελήματα, και σας λέω πώς: Κάνει ένα μικρό περίπατο και βλέπει κάτι, και του λέει ο λογισμός: «Κοίταξε εκεί», και λέει στο λογισμό: «Όχι δεν κοιτάζω καθόλου», και κόβει το θέλημά του και δεν προσέχει. Πάλι συναντάει μερικούς που κουβεντιάζουν, και του λέει ο λογισμός: «Πές και σύ αυτό», και κόβει το θέλημά του και δεν το λέει. Πάλι του λέει ο λογισμός: «Πήγαινε και ρώτησε το μάγειρα τί μαγειρεύει», και δεν πάει, αλλά κόβει το θέλημά του. Βλέπει κάτι και του λέει ο λογισμός: «Ρώτησε ποιός το έφερε», και κόβει το θέλημά του και δεν ρωτάει. Και έτσι κόβοντας συχνά – πυκνά το θέλημά του, συνηθίζει να το κόβει και αρχίζοντας από τα μικρά φτάνει να κόβει με άνεση και χαρά και τα μεγάλα. Έτσι καταλήγει να μην έχει καθόλου θέλημα, αλλά ο,τιδήποτε συμβεί τον αναπαύει, σάν να γίνεται με το θέλημά του. Και χωρίς να θέλει ο ίδιος να κάνει το θέλημά του βρίσκεται πάντοτε να το κάνει. Γιατί για όποιον δεν έχει δικό του θέλημα, καθετί που γίνεται είναι και δικό του. Και μ΄ αυτόν τον τρόπο φτάνει, όπως είπαμε, να μην έχει «προσπάθεια» και από την «απροσπάθεια» έρχεται στην «απάθεια».

πηγή: agiameteora.net

 

Ἡ ἀποδοχή τῶν ἀκουσίων θλίψεων ὡς παιδείας τοῦ Κυρίου καί ἡ μεταποίησή τους σέ ἑκούσιες.
 
 
Ὁ κύριος παράγοντας πού προκαλεῖ στόν ἄνθρωπο τή λύπη εἶναι τά διάφορα ἐξωτερικά συμβάντα πού συντελοῦνται χωρίς τή δική του θέληση –καί ἐνδεχομένως τή συμμετοχή– καί τά ὁποῖα ἔχουν δυσάρεστες ἐπιπτώσεις σ’ αὐτόν καί στό περιβάλλον του.
Γενεσιουργός αἰτία τῆς λύπης εἶναι ἐπίσης καί ὅσα πλήττουν τόν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο, εἴτε αὐτά ἀναφέρονται στή σωματική του ὑπόσταση καί ἀκεραιότητα (ἀσθένειες, πτωχεία κτλ.), εἴτε αὐτά θίγουν τήν εἰκόνα καί τήν ἰδέα πού ὁ ἴδιος τρέφει γιά τόν ἑαυτό του.
Ὅταν λοιπόν, βρεθεῖ κανείς στό μάτι τοῦ κυκλώνα τῆς λύπης, τότε συνήθως κατευθύνει τά βέλη τῶν ἀντιδράσεών του πρός τούς ἐκτός τοῦ ἑαυτοῦ του συντελεστές τῆς δημιουργίας τῶν ἀδοκήτων πειρασμῶν του. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ὅμως, οἱ ὁποῖοι γνώρισαν, μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ἐνδότερα τοῦ ἀνθρώπινου εἶναι καί τῶν κινήσεών του, μᾶς βοηθοῦν, μέ τήν ἐμπειρία καί τό θεοφώτιστο λόγο τους, νά ἀλλάξουμε ὀπτική γωνία. Μᾶς συνιστοῦν δηλαδή, νά στρέψουμε τόν προβολέα μας πρός τόν «ἔσω ἄνθρωπο», ὁ ὁποῖος, ὄντας δέσμιος τῶν παθῶν του, δέν ὑποψιάζεται ὅτι πάσχει. «Πάσχει», καθώς λέει ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, «ἕως ὅτου αὐτός ταπεινωθεῖ».
Ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἐρημίτης μιλώντας πάνω στό ἴδιο θέμα εἶναι ἀκριβέστερος καί ἀποκαλυπτικότερος: «Οἱ διάφορες θλίψεις, λέει, πού βρίσκουν τόν ἄνθρωπο εἶναι γεννήματα τῆς κακίας πού ὁ ἴδιος ἔχει μέσα του».
Γι’ αὐτό μᾶς συνιστᾶ, ὅταν βρισκόμαστε κάτω ἀπό λυπηρές καί δυσάρεστες καταστάσεις, νά μή θεωροῦμε τούς συνανθρώπους μας ὡς αἴτιους τῶν συμφορῶν μας, ἀλλά νά ὑπομένουμε. Γιατί αὐτός ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετώπισης φανερώνει γνωστικό ἄνθρωπο καί γίνεται αἰτία καθαρισμοῦ του ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἔτσι ἐπίσης, ἐπαναφέρει κανείς τή «μνήμη τοῦ Θεοῦ» στήν καρδιά του. Κι’ αὐτό γιατί, καθετί δυσάρεστο θλίβει τήν ψυχή «κατά ἀναλογίαν» τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ, τῆς διάσπασης τοῦ νοῦ καί τοῦ διασκορπισμοῦ του εἰς «χώραν μακράν.
Εἶναι μοναδικῆς σημασίας ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Μάρκου, ὁ ὁποῖος, ὡς ἔμπειρος καί γνωστικός πνευματικός ὁδηγός, ἀποφθέγγεται, λέγοντας ὅτι κάθε ἀκούσια θλίψη ἔχει τήν αἰτία της σέ κάποια ἄλλη, ἑκούσια πτώση. Γιατί, σύμφωνα μέ τό λόγο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, συνεχίζει ὁ Ὅσιος, κανένας δέν εἶναι ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι αὐτός ὁ ἴδιος γιά τόν ἑαυτό του.
Ὡς ἑκούσιο θεωρεῖ ἡ Ἁγία Γραφή τό λογισμό καί ὡς ἀκούσιο τό δυσάρεστο γεγονός πού ἐπακολούθησε. Γιατί, ὁ Θεός ἐπιτρέπει ὥστε νά πλήξουν τόν ἄνθρωπο οἱ ἀκούσιες θλίψεις, μέ τή μορφή ἀκούσιων συμβάντων. Κι αὐτό τοῦ συμβαίνει ἐξαιτίας τῆς παράβασης τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος ἑκουσίως καταπάτησε.
Αὐτός, συμπληρώνει ὁ Ὅσιος, εἶναι ὁ πνευματικός νόμος. Ἀνάλογα μέ τό βαθμό τῆς ἑκούσιας κακίας εἶναι καί τό μέγεθος τῆς ἀκούσιας καρποφορίας. Αὐτή, βέβαια, τήν ὀδυνηρή συνέπεια δέν μπορεῖ κανένας νά τήν ἀποφύγει, παρά μονάχα, μέ τή βοήθεια τῆς προσευχῆς καί τῆς μετάνοιας.
Ἄν ἀντικρούσει ὁ ἄνθρωπος τά θλιβερά καί τούς πειρασμούς πού τόν βρίσκουν, ἐκτός προσευχῆς καί ὑπομονῆς, τότε ὄχι μόνο αὐτά δέν ὑποχωροῦν, ἀλλά ἐπιτίθενται σφοδρότερα καί ὀδυνηρότερα. Ὁ πιστός, λοιπόν, κάνοντας τόν πνευματικό ἀγώνα του, θά πρέπει πάντα νά θυμᾶται ὅτι μέσα στίς ἀκούσιες θλίψεις πού δέχεται, βρίσκεται κρυμμένο μέ τρόπο ἄδηλο καί θαυμαστό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ μετάνοια καί «εἰς νομάς αἰωνίους».
Μεταξύ ἀκουσίων καί ἑκουσίων θλίψεων, δέν ὑπάρχει ἀσφαλῶς, καμιά σύνδεση καί ἀλληλουχία, ὡς πρός τό εἶδος καί τό χρόνο πού αὐτές συντελέσθηκαν, ἀλλά συμβαίνουν σύμφωνα μέ τή φιλάνθρωπη λειτουργία τοῦ νόμου τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ.
Ἄν λοιπόν μέ αὐτά τά δεδομένα σκέπτεται καί λειτουργεῖ ὁ ἄνθρωπος, δέν θά τρέφει βιώματα ἀναξιοπαθοῦντα, οὔτε θά πέφτει στούς βρόγχους τῆς λύπης, ἀλλά θά ἀξιοποιεῖ προσευχητικά τά ἀκούσια θλιβερά γεγονότα τῆς ζωῆς του κατά τρόπο θετικό, δηλαδή, μέ ταπείνωση, αὐτογνωσία καί ὑπομονή.
Ἐνεργώντας ἔτσι, δέν θά ἐκτεθεῖ στόν κίνδυνο τῆς κατάρρευσης, ἀλλά θά ἀποδέχεται καθετί εὐχαριστιακά. Καί αὐτό σημαίνει ὅτι καθετί λυπηρό θά γίνεται σ’ αὐτόν δάσκαλος Θεογνωσίας καί ἔναυσμα γιά τήν προσπάθεια τῆς κάθαρσής του ἀπό τίς «ἐν ἐπιγνώσει» ἤ «ἐν ἁγνοίᾳ» ἁμαρτίες του.
Οἱ ἀκούσιες θλίψεις, τελικά, δέν παράγουν τό δηλητήριο τῆς λύπης καί τῆς ἀθυμίας, ἀλλά εἶναι εὐεργέτιδες καί διάκονοι στήν ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπό τά τερατώδη πάθη. Γιατί ἡ ὁδός πού ὑποδεικνύουν οἱ ἀκούσιες θλίψεις διασώζει, διά τῆς συνεχοῦς μετανοίας, τή σωστή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί τόν ἀδελφό, τόν ὁποῖο δέν δακτυλοδεικτοῦν ὡς ὑπεύθυνο τῶν συμφορῶν του, ἀλλά τόν ἀποδέχονται, ὡς καθρέπτη τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς δικῆς του ἐμπάθειας.
Τότε μόνο δέν θά δεχόμαστε τούς κεραυνούς τῆς ἀκούσιας λύπης, ὅταν μέ τή ζωή καί τά βιώματά μας δέν θλίβουμε κανένα, δηλαδή ὅταν δέν λυποῦμε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, μέ τό Ὁποῖο ἔχουμε σφραγισθεῖ, γιά νά ὁδηγηθοῦμε στή σωτηρία.

 

 


https://paterikiparadosi.blogspot.gr/2017/07/blog-post_99.html#more